φωνάζω

φωνάζω
(αόρ. (ε)φώναξα) μετ. , αμετ.
1) кричать; орать, вопить (разг ); горланить (прост.);

βράχνιασα να φωνάζω — я охрип от крика;

2) кричать (на кого-л.); отчитывать (кого-л.);
3) перен. взывать, призывать;

τό αίμα του φωνάζει εκδίκηση — кровь его взывает к мести;

4) звать; окликать;

φωνάζω βοήθεια — звать на помощь;

5) вызывать; приглашать;

φωνάζω τό γιατρό — вызывать врача;

6) выкликать, вызывать поимённо, по списку;

§ φωνάζει ο κλέφτης να φύγει ο νοικοκύρης — погов, вор кричит:

«держи вора»;

φωνάζουν τ' άγρια να διώξουν τα ήμε- ρα — посл, баламутят воду, чтобы половить рыбку в мутной воде;

άν δεν φωνάζει το μωρό, δεν το ταΐζει ( — или δεν τοβ δίνει να φάει) η μάνα του — погов, дитя не плачет — мать не разумеет


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "φωνάζω" в других словарях:

  • φωνάζω — φωνάζω, φώναξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φωνάζω — ΝΜ, και στον Ερωτόκρ. φωνιάζω Ν εκβάλλω ισχυρή φωνή, κραυγάζω νεοελλ. 1. λέω κάτι με δυνατή φωνή, μιλώ μεγαλόφωνα («μού φώναξε να πάω κοντά του») 2. καλώ κάποιον μεγαλόφωνα («βγήκα στο μπαλκόνι και φώναξα το παιδί») 3. προσκαλώ («αν και είναι… …   Dictionary of Greek

  • φωνάζω — φώναξα, μτβ. και αμτβ. 1. μιλώ μεγαλόφωνα, μιλώ δυνατά, κραυγάζω, βγάζω κραυγή, ξεφωνίζω: Μας ξεκούφανες έτσι που φωνάζεις. 2. καλώ κάποιον μεγαλόφωνα, προσκαλώ, καλώ: Πήγε να φωνάξει το γιατρό. 3. καλώ κάποιον ονομαστικά: Τους φώναξε όλους ο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγριοφωνάζω — φωνάζω άγρια, δυνατά, ξεφωνίζω, κραυγάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγρια + φωνάζω] …   Dictionary of Greek

  • παραφωνάζω — φωνάζω κάτι πολύ δυνατά, φωνάζω υπερβολικά …   Dictionary of Greek

  • ξαναφωνάζω — φωνάζω ξανά, για μια ακόμη φορά …   Dictionary of Greek

  • βάζω — (I) και βάνω (Μ βάζω) 1. τοποθετώ, φορώ 2. τοποθετώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο νεοελλ. Ι. 1. προσθέτω, συνυπολογίζω 2. (για βαθμό) βαθμολογώ 3. διορίζω, τοποθετώ κάποιον σε κάποια θέση 4. βάζω... να αναγκάζω ή πείθω κάποιον να κάνει κάτι 5. υποθέτω …   Dictionary of Greek

  • γκαρίζω — (Α ὀγκῶμαι) 1. (για γαϊδούρια) φωνάζω 2. φωνάζω δυνατά ή τραγουδώ με παραφωνίες 3. φρ. «ας τον να γκαρίζει» μη δίνεις καμιά σημασία στα λόγια του ή στις φωνές του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ογκαρίζω (μαρτυρείται διαλεκτικώς), με αποκοπή τού αρχικού φωνήεντος …   Dictionary of Greek

  • επιβοώ — ἐπιβοῶ, άω (Α) 1. φωνάζω, κραυγάζω 2. (για κυνηγετικά σκυλιά) γαβγίζω 3. ψέλνω 4. εκφωνώ επί πλέον 5. επευφημώ 6. επικαλούμαι 7. φωνάζοντας δυνατά ζητώ βοήθεια 8. φωνάζω εναντίον κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βοώ «φωνάζω»] …   Dictionary of Greek

  • καλώ — (AM καλῶ, έω, Α αιολ. τ. κάλημι) 1. ζητώ από κάποιον να έρθει κοντά μου (α. «κάλεσε την πυροσβεστική γρήγορα» β. «εἰς ἀγορὴν καλέσαντα... Ἀχαιούς», Ομ. Οδ.) 2. προσκαλώ κάποιον για χορό, δείπνο, γιορτή κ.λπ., συγκεντρώνω άτομα με πρόσκληση (α.… …   Dictionary of Greek

  • φωνώ — έω, και πωνίω Α [φωνή] 1. εκβάλλω φωνή ή, γενικότερα, παράγω ήχο 2. (για πρόσ.) α) μιλώ δυνατά, φωνάζω ή μιλώ με καθαρότητα β) (απλώς) λέω κάτι («ἔπος φάτο φώνησέν τε», Ομ. Οδ.) γ) (ειδικά) ξεφωνίζω, ιδίως από χαρά («φωνήσατ ὦ γυναῑκες», Σοφ.) 3 …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»